Τα βραβεία ζύθου δεν είναι για όλους και το δέχομαι. Υπάρχουν ζυθοποιίες που επιλέγουν συνειδητά να μη συμμετέχουν σε διαγωνισμούς. Υπάρχουν ζυθοποιοί που θεωρούν ότι αν τα βραβεία είναι πληρωμένα, τότε δεν είναι όλα καθαρά ή ότι η πραγματική αξία του ζύθου φαίνεται στην αγορά και όχι στα μετάλλια.
Αυτές οι απόψεις δεν είναι ούτε σπάνιες ούτε αδικαιολόγητες. Αν ήμουν ζυθοποιός, ειδικά μικρής ή ανεξάρτητης μονάδας, είναι πολύ πιθανό να είχα κι εγώ τις ίδιες επιφυλάξεις. Θα αναρωτιόμουν γιατί να πληρώσω για να κριθώ, ποιος με κρίνει, με ποια κριτήρια και τι πραγματική αξία έχει όλη αυτή η διαδικασία.
Αυτό το κείμενο δεν γράφεται για να πείσει τους πάντες να συμμετέχουν σε έναν διαγωνισμό. Δεν γράφεται για να προωθήσει συμμετοχές ούτε για να ωραιοποιήσει έναν θεσμό. Γράφεται για να τοποθετήσει τη συζήτηση στη σωστή της βάση και να ξεχωρίσει τι είναι, και τι δεν είναι, ένας σοβαρός διαγωνισμός ζύθου, ίσως και άλλων προϊόντων. Ένας διαγωνισμός ζύθου δεν είναι εγγύηση πωλήσεων, δεν είναι shortcut στο marketing, δεν είναι πιστοποίηση μόνιμης επιτυχίας και σίγουρα δεν είναι υποκατάστατο της αγοράς. Δεν αποτελεί υποχρέωση για τις ζυθοποιείες. Αν μια επιχείρηση αισθάνεται πλήρης, αν λαμβάνει το feedback που χρειάζεται από το κοινό της και δεν την ενδιαφέρει η εξωτερική αξιολόγηση, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμμετέχει. Τα βραβεία δεν είναι αυτοσκοπός.
Οι σοβαροί διαγωνισμοί υπάρχουν για έναν βασικό λόγο: την αξιολόγηση από τρίτους, εκτός του οικείου περιβάλλοντος του ζύθου, με εμπειρία και εξειδίκευση. Όχι για το μετάλλιο, αλλά για τη διαδικασία. Σε ένα σωστά δομημένο διαγωνισμό, ο κριτής δεν γνωρίζει τη ζυθοποιία, η διοργάνωση δεν παρεμβαίνει στο αποτέλεσμα, το feedback έχει μεγαλύτερη αξία από το χρώμα του μεταλλίου και ο ζύθος δοκιμάζεται και αξιολογείται εκτός εθνικού, εμπορικού ή συναισθηματικού πλαισίου. Για ζυθοποιίες που εξάγουν ή σχεδιάζουν να εξάγουν από τη χώρα τους ή εισάγουν σε μια συγκεκριμένη, αυτή η εξωτερική ματιά έχει συχνά μεγαλύτερη σημασία από την εγχώρια αποδοχή.
Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία επιχειρημάτων, πιο άβολη, που ακούγεται συχνά στον κλάδο. Απόψεις του τύπου «δεν θέλω να είμαι μαζί με αυτούς», «δεν έχουν καλές μπύρες», «δεν τους συμπαθώ», «δεν θέλω να βραβευτώ ή να βρίσκομαι στον ίδιο χώρο με συγκεκριμένες ζυθοποιίες». Ας το πούμε καθαρά, αυτές οι απόψεις είναι αντίθετες στην ουσία ενός διαγωνισμού ή μιας εκδήλωσης με σκοπό την ανάδειξη της κουλτούρας και της διεθνής δικτύωσης του κλάδου. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ποιοτικές διαφορές μεταξύ ζυθοποιιών, αλλά γιατί δεν έχουν καμία σχέση με το πώς λειτουργεί η αγορά. Σε καμία κάβα, σε καμία μπυραρία, σε κανένα μπαρ, δεν τίθεται όρος ότι ένας ζύθος δεν θα μπει στο ράφι ή στην βρύση επειδή «δίπλα της» υπάρχει κάποια άλλη που δεν μας αρέσει. Ως ζυθοποιός, δεν επιλέγεις πάντα το περιβάλλον στο οποίο θα συνυπάρξεις εμπορικά. Επιλέγεις όμως αν θα σταθείς επαγγελματικά μέσα σε αυτό, με όρους του οικονομικού και εμπορικού ανταγωνισμού και όχι πολιτικούς, οπαδικούς ή συμπάθειας.
Η πιο συχνή και ίσως πιο έντονη ένσταση αφορά το κόστος συμμετοχής. Ναι, η συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό έχει κόστος. Όμως αυτό το κόστος δεν είναι αντίτιμο για διάκριση, εκτός αν γίνεται «ξεκάθαρο» από τον διοργανωτή, ναι, υπάρχουν και τέτοιοι «διαγωνισμοί». Είναι κόστος που καλύπτει logistics δειγμάτων, οργάνωση και φιλοξενία κριτών, δομές που διασφαλίζουν τον διαχωρισμό ρόλων, διαδικασίες που εξασφαλίζουν διαφάνεια. Αν ένα βραβείο μπορούσε να αγοραστεί, δεν θα είχε καμία αξία, ούτε για τη διοργάνωση ούτε, κυρίως, για τη ζυθοποιία που το λαμβάνει. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κακοί διαγωνισμοί έχουν κάνει ζημιά στους καλούς. Όπως σε κάθε κλάδο, έτσι και εδώ, δεν είναι όλα ίδια και δεν λειτουργούν όλα με τα ίδια standards.
Η συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό ζύθου έχει νόημα όταν μια ζυθοποιία αναζητά ειλικρινές, εξωτερικό feedback, όταν θέλει να δει πώς στέκεται ο ζύθος της σε διαφορετικό πολιτισμικό και γευστικό πλαίσιο, όταν την ενδιαφέρει η διαδικασία και όχι μόνο το αποτέλεσμα και όταν αντιλαμβάνεται τη διάκριση ως εργαλείο αναφοράς και όχι ως τρόπαιο. Όταν αυτά τα σχόλια προσφέρονται και χρησιμοποιούνται για πραγματική βελτίωση του προϊόντος. Αντίθετα, δεν έχει νόημα όταν το μόνο ζητούμενο είναι ένα αυτοκόλλητο στη φιάλη, όταν δεν υπάρχει διάθεση αποδοχής κριτικής ή όταν το βραβείο αντιμετωπίζεται ως αυτοσκοπός. Αυτό δεν αποτελεί πλεονέκτημα, αλλά απλώς διαφορετική φιλοσοφία.
Τα Greek Beer Awards δεν δημιουργήθηκαν επειδή χρειαζόταν άλλος ένας διαγωνισμός. Δημιουργήθηκαν επειδή έλειπε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αξιολόγησης, ένα πλαίσιο που κατανοεί τη μεσογειακή κουλτούρα κατανάλωσης, που βλέπει το ζύθο όχι αποκομμένο από το φαγητό, το περιβάλλον και τον πολιτισμό, που συνδέει την Ελλάδα με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τη Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή και που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαδικασία παρά στον εντυπωσιασμό. Όχι για να ανταγωνιστεί άλλους θεσμούς, αλλά για να καλύψει ένα πραγματικό κενό. Για να συμβάλλει στον τουρισμό και την ανάπτυξη τοπικών και περιφερειακών επιχειρήσεων.
Τα βραβεία ζύθου δεν είναι για όλους και δεν πρέπει να είναι. Αν, μετά από όλα αυτά, μια ζυθοποιία συνεχίζει να πιστεύει ότι δεν την αφορούν, αυτό είναι απολύτως σεβαστό. Η ποιότητα δεν ορίζεται από διαγωνισμούς. Αν όμως κάτι από αυτή τη συζήτηση δημιουργεί έστω μια μικρή αμφιβολία –όχι για το μετάλλιο, αλλά για την αξία της αξιολόγησης– τότε ίσως αξίζει μια δεύτερη σκέψη. Όχι για να κερδίσει κανείς, αλλά για να δοκιμαστεί, για να έχει ένα κίνητρο βελτίωσης, γιατί τέλειο προϊόν δεν υπάρχει –πέρα ελαχίστων εξαιρέσεων, οι οποίες έχουν κερδίσει τη διαχρονική τους αναγνώριση– καλύτερο προϊόν όμως μπορεί να υπάρξει. Εχθρός του καλού, είναι το καλύτερο.