fbpx

Φυλλοξήρα: Καταστροφή ή αφορμή για αλλαγή;

από
191 προβολές

Αυτή είναι μία ιστορία για το πως η ανθρώπινη παρέμβαση κατέστρεψε την ευρωπαϊκή βιομηχανία οίνου και μπράντι και εκτίναξε την παραγωγή ουίσκι και άλλων αλκοολούχων ποτών. Το πρόβλημα ήταν ένα ανατριχιαστικό, έντομο που ταξίδεψε από τη Βόρεια Αμερική, κατά τον 19ο αιώνα, το οποίο εκτός από την καταστροφή των αμπελώνων της Ευρώπης, άφησε «μαραμένη» την αμπελουργική βιομηχανία της Γαλλίας.

Στα μέσα προς τα τέλη του 19ου αιώνα το ταξίδι στον Ατλαντικό ήταν εύκολο. Τα τελευταίας τεχνολογίας, ατμοκίνητα μεταλικά σκαριά μπορούσαν να διασχίσουν τον Ατλαντικό σε οκτώ μόλις ημέρες μεταφέροντας 1.500 επιβάτες και 5.000 τόνους φορτίου.

Αόρατοι λαθρεπιβάτες

Όμως δεν ήταν μόνο άνθρωποι και προϊόντα που ταξίδευαν από ακτή σε ακτή. Το ίδιο γινόταν και για φυτά, ζώα και έντομα. Με ένα από αυτά τα γρήγορα σκάφη που πραγματοποιούσαν συχνά δρομολόγια ήρθε ένα κίτρινο έντομο στενά συνδεδεμένο με την αφίδα, που εξαφάνισε μερικούς από τους μεγαλύτερους αμπελώνες στη Γαλλία και το μεγαλύτερο μέρος της αμπελουργικής Ευρώπης.

Στη δεκαετία του 1870, η φυλλοξήρα, μια καταστροφική αφίδα σαν έντομο, εισήχθη με αμπέλια που μεταφέρθηκαν από την Αμερική στην Ευρώπη, επιτέθηκε στις ρίζες των αμπελιών και κατεστρεψε τους περισσότερους αμπελώνες της ηπείρου. Η Γαλλία έγινε το ανεπιθύμητο σπίτι για το θανατηφόρο ανατριχιαστικό μαμούνι γνωστό ως Phylloxera vastatrix. Είναι ένα μικροσκοπικό, αδηφάγο σκαθάρι που τρέφεται από τις ρίζες των αμπελιών, προκαλώντας μυκητιασική μόλυνση, παραμόρφωση της ρίζας και τελικά το θάνατό τους.

wine-phylloxera

Δεν ήταν η πρώτη φορά

Όμως η φυλλοξήρα δεν ήταν η πρώτη ανεπιθύμητη ασθένεια των σταφυλιών που διέσχισε τον Ατλαντικό. Γύρω στη δεκαετία του 1830 η ερυσίβη, που ονομαζόταν ωίδιο, έκανε το πέρασμα προς τα ανατολικά στην Ευρώπη. Η απόδειξη αυτού καταγράφηκε από έναν Άγγλο κηπουρό γνωστό ως Έντουαρτ Τάκερ (Edward Tucker), ο οποίος παρατήρησε πως ένας λευκός, σκονισμένος μύκητας εξαπλώθηκε στα σταφύλια του και τα κατέστρεψε. Μέχρι τη δεκαετία του 1850 ο μύκητας είχε διασχίσει τη Μάγχη και εξαπλώθηκε στους γαλλικούς αμπελώνες, όπου ήταν ιδιαίτερα επιλεκτικός προς τις ποικιλίες sauvignon και chardonnay. Μέσα σε λίγα χρόνια ο θανατηφόρος μύκητας είχε εξαπλωθεί στους περισσότερους αμπελώνες της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η γαλλική παραγωγή κρασιού μειώθηκε από 11 εκατομμύρια εκατόλιτρα σε τρία εκατομμύρια εκατόλιτρα. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η μοίρα της βιομηχανίας οίνου κρέμονταν από μια λεπτή κλωστή.

Ευτυχώς, στη δεκαετία του 1850 οι βοτανολόγοι ανακάλυψαν ότι ψεκάζοντας τα αμπέλια με μια ένωση θείου η ερυσίβη θα μπορούσε, αν όχι να εξαλειφθεί, να συγκρατηθεί. Ωστόσο, μέχρι εκείνη τη στιγμή η απώλεια των καλλιεργειών είχε πείσει πολλούς αμπελουργούς να ξεριζώσουν τα αμπέλια τους για να φυτέψουν ποικιλίες Vitis vinifera υποτίθεται πιο ανθεκτικές στο οίδιο ή υβριδικές ποικιλίες, οι οποίες εισήχθησαν από την Αμερική. Δεν ήξεραν ότι το υποτιθέμενο υγιές απόθεμα αμπέλου φιλοξενούσε έναν ακόμα πιο θανάσιμο εχθρό, τη φυλλοξήρα.

Εισαγόμενος δολοφόνος οίνου

Το έντομο, που έγινε γνωστό ως ο τρομερός καταστροφέας των ξηρών φύλλων, πιθανότατα έφτασε σε αμπέλια που εισήχθησαν από Άγγλους «κυνηγούς φυτών» κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1850. Άλλοι λένε ότι κάποιος Monsieur Borty εισήγαγε αμερικανικά μοσχεύματα αμπελιών και τα φύτεψε στα κτήματα του στον Ροδανό το 1862.

Το έντομο επιβίωσε στο έδαφος στο οποίο υπήρχαν τα περισσότερα αμπέλια της Ευρώπης, ωστόσο στη Βόρεια Αμερική συνυπήρχε πιο καλοπροαίρετα με τα αμπέλια στα οποία επέλεγε να ζει. Τα ζωύφια συνέχισαν να διασχίζουν τους αμπελώνες της Ευρώπης στον Ροδανό και διέκοψαν τα χρόνια δόξας της παραγωγής κρασιού. Στα σαγόνια ενός ζωυφίου οι αμπελώνες σε όλη τη Γαλλία καταστράφηκαν. Οι οινοπαραγωγοί δυσκολεύονταν οικονομικά καθώς τα αμπέλια μαράζωναν και πέθαιναν σε μερικούς από τους μεγαλύτερους αμπελώνες. Η παραγωγή μπράντι σημείωσε επίσης κατακόρυφη πτώση καθώς οι αποσταγματοποιοί χρειάζονται το αλκοόλ από το κρασί ως βάση για το απόσταγμα.

Κάποιοι ζημιώνονται, κάποιοι κερδίζουν

Η απώλεια των παράγωγων μπράντι έγινε κέρδος για εκείνους του ουίσκι. Οι Σκωτσέζοι έσπευσαν να επωφεληθούν και μέχρι να ανακάμψει η γαλλική βιομηχανία, το σκωτσέζικο ουίσκι είχε αντικαταστήσει το μπράντι ως το απόσταγμα που προτιμούσαν. Υπάρχουν ακόμη και αρχεία στα οποία το port φέρεται να ενισχύεται με ουίσκι και όχι με μπράντι. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870, οι έμποροι οινοπνευματωδών ποτών του Ηνωμένου Βασιλείου άρχισαν να αναμειγνύουν ουίσκι, αναμειγνύοντας απόσταγμα από τον παραδοσιακό αποστακτήρα pot still με ουίσκι που παρασκευάζεται στο νέο Coffey still. Πιθανότατα δεν είχαν ενδοιασμούς ως προς το από που προήλθε το ουίσκι ή σε ποιον εξοπλισμό αποστάχθηκε –απόσταγμα από την Ιρλανδία και την Αγγλία θα προστίθετο στο μείγμα– αν και τα σκωτσέζικα malt whiskies πιθανώς ενίσχυαν και παρείχαν τα κύρια χαρακτηριστικά κάθε μείγματος.

Όταν το αγαπημένο μπράντι δεν ήταν πλέον διαθέσιμο οι καταναλωτές στράφηκαν στο ουίσκι. Είχε έρθει η ώρα του blended ουίσκι, το ουίσκι και η σόδα, όχι το μπράντι, έγιναν το ποτό που επέλεγαν οι κύριοι. Το blended ουίσκι πρόσφερε ένα ποτό τόσο εκλεπτυσμένο και με συνοχή. Το Scotch Whisky Experience υποστηρίζει ότι το blended ουίσκι από pot still έτεινε να έχει πολύ έντονη γεύση για καθημερινή κατανάλωση «ειδικά σε άτομα με καθιστικά επαγγέλματα και σε ζεστά κλίματα». «Συνδυάζοντας το malt με το grain whisky, το οποίο έχει λιγότερο έντονα χαρακτηριστικά, καλύπτεται η ζήτηση για ένα ουίσκι που είναι πιο ήπιο στη γεύση και πιο κατάλληλο για τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής».

Η βιομηχανία της Σκωτίας και του ουίσκι άρχισε να ανθίζει, ειδικά ο τομέας του blended, όταν το 1880 υπήρχαν περισσότερα από 130 αποστακτήρια σε λειτουργία στη χώρα και αυτά αυξήθηκαν σε περισσότερα από 160 έως το 1898. Η Ιρλανδία γνώρισε επίσης μια σημαντική αύξηση στην παραγωγή ουίσκι και στις πωλήσεις προς τη Βόρεια Αμερική.

Τα ελληνικά νησιά και η Κύπρος αντιστάθηκαν

Το πρώτο περιστατικό φυλλοξήρας στην Ελλάδα ξέσπασε στην Πυλαία Θεσσαλονίκης γύρω στο 1898. Σταδιακά, η μάστιγα της φυλλοξήρας εξαπλώθηκε στους αμπελώνες της βόρειας Ελλάδας οι οποίοι μαζί με τους αμπελώνες της Ηπείρου στα νοτιοδυτικά, προσβλήθηκαν περισσότερο. Το Ασύρτικο είναι μία ποικιλία σταφυλιού γνωστή για την προέλευση της από το νησί της Σαντορίνης, έναν γνωστό τουριστικό προορισμό. Μάλλον στο ηφαιστιογενές πέτρωμα του οφείλεται ότι δεν είχε προσβληθεί από φυλλοξήρα. Ευτυχώς η φυλλοξήρα δεν έφτασε ποτέ στα περισσότερα ελληνικά νησιά. Η Κύπρος είναι άλλο ένα νησί της Μεσογείου που δεν είχε προσβληθεί από φυλλοξήρα οπότε και οι αμπελώνες της δεν εμβολιάστηκαν κατά αυτής.

Η λύση

Καθώς η φυλλοξήρα εξαπλωνόταν σε όλη την Ευρώπη, εκατοντάδες άνθρωποι έμεναν χωρίς δουλειά και η γη που για γενιές καλλιεργούνταν με αμπέλια παρέμενε αχρησιμοποίητη. Κάθε είδους χημικό επιστρατεύτηκε για να περιοριστεί η προέλαση του εντόμου. Και όταν τα φυτοφάρμακα δεν πετύχαιναν, φρύνοι, κοτόπουλα και άλλα ζώα χρησιμοποιούνταν για να διαπιστώσουν αν θα έτρωγαν τα ζωύφια. Τίποτα από αυτά δεν λειτούργησε. Σαφέστατα χρειαζόταν να γίνει πλήρης αλλαγή. Τότε κάποιος επιστήμονας άκουσε ότι η λύση μπορεί να βρισκόταν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού όπου το ζωύφιο ήταν ενδημικό. Τα αμπέλια δεν καταστρέφονταν από το υπεδάφιο ζωύφιο.

Οι βοτανολόγοι πρότειναν να εμβολιάσουν με αμερικανικές ρίζες αμπελιών που είναι ανθεκτικές στις αφίδες, με τα αποθέματα ευρωπαϊκών σταφυλιών που μειώνονταν τάχιστα. Ο μεγάλος φόβος ήταν ότι τα σταφύλια από το εμβολιασμένο φυτό θα είχαν την ανεπιθύμητη χαρακτηριστική αίσθηση αλεπούς, που συνήθως συναντάται στις αμερικανικές ποικιλίες σταφυλιών. Ο Bouschet πιστώνεται ότι το 1874 κατάφερε έναν από τους πρώτους επιτυχημένους εμβολιασμούς.

Τα σταφύλια που ακολούθησαν ήταν επιτυχία. Είχαν το γευστικό προφίλ των ευρωπαϊκών ποικιλιών, τα εμβολιασμένα αμπέλια έδειχναν να είναι ανθεκτικά στη φυλλοξήρα. Ωστόσο, η ζημιά στη βιομηχανία του μπράντι είχε γίνει αφού για περισσότερο από έναν αιώνα μετά από αυτό, το ουίσκι που καταναλώνεται στη Γαλλία είναι περισσότερο από το μπράντι.

Σκυλιά που οσμίζονται τον αμπελοκτόνο

Λίγα μέρη του κόσμου κατάφεραν να μείνουν ανεπηρέαστα από φυλλοξήρα, αφού δεν μπορεί να επιβιώσει σε πολύ αμμώδη εδάφη. Έτσι οι μεγάλες πεδιάδες της Ουγγαρίας και η περιοχή Colares στην Πορτογαλία έμειναν απρόσβλητες. Η Χιλή που προστατεύεται από τις Άνδεις και τον Ειρηνικό Ωκεανό παρέμεινε απαλλαγμένη από το έντομο.

Ωστόσο, ένας σκύλος με την όσφρηση του, θα μπορούσε να βοηθήσει να εξασφαλιστεί ότι ορισμένα από τα αμπέλια του πλανήτη θα αναπτυχθούν χωρίς ασθένειες. Η ερευνήτρια αμπελουργίας και ζωικής επιστήμης του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης Sonja Needs, συνδύασε τα δύο πάθη της, τα σκυλιά και το κρασί. Εκπαίδευε σκύλους ανιχνευτές να εντοπίζουν ασθένειες των αμπελώνων, ειδικά τη φυλλοξήρα. Η Νότια Αυστραλία είναι επί του παρόντος απαλλαγμένη από φυλλοξήρα και θα ήθελε να τη διατηρήσει έτσι, όπως τη μικρή περιοχή της Κοιλάδας Yarra. Η Needs λέει ότι είναι δυνατό να εκπαιδεύσουμε οποιαδήποτε ράτσα να είναι ανιχνευτής. Σε μια περίπτωση πήραν έναν ήδη εκπαιδευμένο σε άλλες υπηρεσίες σκύλο, όπως εντοπισμό ναρκωτικών και «πάτησαν τον διακόπτη του» για να εντοπίζουν παράσιτα αμπέλου όπως η φυλλοξήρα.

«Αφού οι σκύλοι εκπαιδευτούν στην ανίχνευση, είναι πολύ απλό να τους δώσουμε ένα άλλο ερέθισμα για εντοπισμό. Και τους αρέσει, είναι μια διασκεδαστική δραστηριότητα για αυτούς όπως και για εμάς, γι’ αυτό και το κάνουμε» συνέχισε η Needs. Ανέφερε επίσης ότι την ενδιέφερε ιδιαίτερα σε ποιο στάδιο οι σκύλοι μπορούσαν να ανιχνεύσουν τον κύκλο ζωής της φυλλοξήρας. Όταν μυρίζουν τα έντομα, τα σκυλιά αρχίζουν να κουνούν συνεχώς την ουρά τους, να γαβγίζουν και να γκρινιάζουν. «Επειδή η φυλλοξήρα βρίσκεται στις ρίζες μέσα στο χώμα ήθελα να δω αν οι σκύλοι μπορούν να την εντοπίσουν στο ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια» είπε. «Εφόσον το καταφέρουν, θα είναι ένα εκπληκτικά ισχυρό μέσο που θα μπορούμε να χρησιμοποιούμε για την ανίχνευση της».

Εάν η επιστήμονας έχει δίκιο, τότε οι σκύλοι θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιπολούν τις άκρες των ζωνών χωρίς φυλλοξήρα και να μυρίζουν τον εξοπλισμό προτού μετακινηθεί, διασφαλίζοντας ότι το παράσιτο δεν έχει εξαπλωθεί.

Πρώτη δημοσίευση: Beer & Bar Magazine, Τεύχος 16 (αγοράστε το τεύχος)

Σχετικά Άρθρα

Πείτε μας τι σκέφτεστε

* By using this form you agree with the storage and handling of your data by this website.